Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Σ'αγαπώ για αυτά που δε ξέρεις πως είσαι.

Ώρες και ώρες βασάνιζα τον εαυτό μου με τη σκέψη σου. Προσπαθούσα να καταλάβω τι θες επιτέλους. Τι γυρεύεις από τη ζωή μου. Λες και με ένοιαζε. Θαρρείς και ήταν μία ακόμα από εκείνες τις ιστορίες που είχα να λέω, να σκέφτομαι και να αναμοχλεύω, σαν μια τάχα ακόμα εμπειρία, από εκείνες που αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια ή και όχι, σαν μια ακόμα αυταπάτη ή ψευδαίσθηση που δημιούργησε τάχα κάποιο βράδυ μία σταγόνα αλκοόλ. Ακόμα και τώρα δε μπορώ αλήθεια να καταλάβω αν πράγματι συνέβη ή αν το φαντάστηκα, αν τάχα το επινόησα με την παιδιάστικη φαντασία μου, αν μοιραστήκαμε το ίδιο όνειρο κάποιο από όλα τα βράδια που κοιτούσαμε το ίδιο φεγγάρι, τον ίδιο ουρανό. Τι σημασία έχει άλλωστε; 
Ξέρεις, δε σου κρύβω πως βαθιά μέσα μου φοβάμαι. Φοβάμαι τα συναισθήματά μου. Αν τάχα σε θέλω, αν τάχα σε νοιάζομαι. Φοβάμαι να στο πω. Φοβάμαι μη και νιώθεις έτσι. Φοβάμαι όλα αυτά τα ανείπωτα, τα οποία έχουμε πει τόσες και τόσες φορές. Εκείνα που δε χρειάστηκε ή που χρειάστηκε να πούμε. Και τη συμβατική ζωή σου. Ειδικά αυτή. Αυτή η ναφθαλίνη με τρελαίνει- μία φορά, παιδί ακόμα, είχα πάθει αλλεργικό σοκ, ξέρεις`ναι, αυτό δε πρέπει να στο χω πει ποτέ πριν. Φοβάμαι και τον εγωισμό. Τον δικό σου, τον δικό μου. Καμία σημασία δεν έχει. Πολύ περισσότερο βέβαια, φοβάμαι την ανασφάλεια σου. Και τη δική μου, αλλά αυτό παραείμαι δειλός για να σου το παραδεχτώ. Θαρρείς πως είναι μία πτυχή του εαυτού μου που ξέρεις καλύτερα από μένα, θαρρείς πως είναι μία πτυχή του εαυτού σου που νομίζω πως έχω αγγίξει. Θα προσπαθήσεις να το αρνηθείς, θα προσπαθήσεις να το πνίξεις σε αερολογίες και κυνισμούς. Οι κυνικοί δεν ερωτεύονται, οι κυνικοί δεν αισθάνονται, δε νιώθουν. Εκείνο το βράδυ, όμως - ναι το βράδυ, λέω, θυμάσαι;- τα είπες όλα. Όχι, όχι εκείνο το βράδυ που φαντάστηκες. Τότε που ξεγύμνωσες την ψυχή σου.
"Άραγε είναι ευτυχισμένοι όλοι αυτοί εκεί έξω; Κάνουν αυτό που θέλουν πραγματικά; Ή υπακούν σε συμβατικές νόρμες απλά για την επιβίωση;"
Ξέρεις, αυτό αγάπησα σε σένα. Αυτό αγαπάω ακόμα, γι' αυτό και δε μπορώ να σε διαγράψω, όσο και να το θέλω. Όχι, δεν είναι μήτε το status quo που αυτάρεσκα λες ότι έχεις, μήτε οι γνωριμίες σου που τίποτε δεν έχουν να μου προσφέρουν. Είναι εκείνα τα είκοσι λεπτά, εκείνες οι δύο ώρες που μοιραστήκαμε σε κάποια σκαλάκια σχολιάζοντας περαστικούς. Εκείνα τα δέκα λεπτά, οι τρεις ώρες που μοιραστήκαμε τα όνειρά μας σε μία άδεια πλατεία συνοδεία μιας μπύρας αγορασμένης από κάποιο περίπτερο. Γιατί τα μεγαλύτερα όνειρα, δε γίνονται σε μικροαστικά χλιδάτα μαγαζιά μικρή μου, γιατί η ασφάλεια τους βρωμάει ναφθαλίνη. Γιατί η συμβατικότητά τους μου καταστρέφει το οξυγόνο. Γιατί πολύ περισσότερο δε γουστάρω να σε βλέπω να τυλίγεσαι με ασημόσκονες, δε γουστάρω να σε ακούω να μιλάς για όλα όσα έχεις κάνει. Σκάσε. Σκάσε επιτέλους και ζήσ' το. Είσαι περισσότερα από όλα όσα λες. Και όλοι αυτοί που νομίζεις θα σου προσφέρουν κάτι, στην πρώτη στραβή είναι εκείνοι που θα σε πουλήσουν πρώτοι. Τούτο περισσότερο από όλα μη το ξεχάσεις ποτέ.
Όχι πως θαρρείς εγώ θα είμαι εκεί. Άσε με μένα. Είμαι περίεργο τρένο. Δε ξέρω που θα ξυπνήσω, τι θα ζητάω αύριο, τι ζητάω σήμερα, τι θέλω γενικότερα. Μήτε και έχει σημασία - ποτέ μη μετράς τη ζωή σου με γνώμονα τι θέλουν οι άλλοι. Να πίνεις πάντοτε το κρασί σου στο ποτήρι που θες εσύ. Και να θυμάσαι πως εκείνο που έχει πιότερο σημασία είναι να μη σκοτώσεις το παιδί μέσα σου. Εκείνο το παιδί που με άφησες να δω ένα κάποιο βράδυ, το παιδί που με κοίταξε με εκείνα τα αθώα μεγάλα του μάτια και μου είπε αλήθειες, εκείνο το βράδυ που ένιωσα να σε μαθαίνω για λίγο, πως τάχα ήθελα να σε προστατεύσω. Από τους άλλους, από τους δαίμονές σου, από σένα την ίδια.
Δε ξέρω γιατί ένιωσα την ανάγκη να στα πω όλα αυτά. Θαρρείς και περιμένω κάποια λύτρωση, κάποια κάθαρση να έρθει μέσα από τούτη μου την εξομολόγηση. Κάτι τελοσπάντων που θα μπορούσε να πληρώσει εκείνο το κενό ανικανοποίητου που άφησε η τελευταία μας αυτή συνάντηση.


Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Φωτιά στα ανεκπλήρωτα πάθη.

Το πρωί με πήρε εκείνη τηλέφωνο. Δε ξέρω τι σκατά θέλει από τη ζωή μου πλέον. Ήταν ξεκάθαρη. Ή μήπως όχι; Απρόβλεπτο; Το δίχως άλλο. Δε το περίμενα. Σάστισα. Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή λένε πως έρχονται κατ' αυτό τον τρόπο. Απρόσμενα, αιφνιδιαστικά. Με τέτοιο τρόπο που ακόμα και αν δεν είναι τα ωραιότερα, ο τρόπος και μόνο τα κάνει να φαντάζουν. Μάλλον, αυτό το τελευταίο ισχύει με μένα. Ίσως και όχι;
Τη θέλω; Είμαι γοητευμένος. Άλλωστε, ποιος άντρας στην όψη μιας τέτοιας γυναίκας -όσο δυναμικός και να είναι- μπορεί να αντισταθεί; Αναμφίβολα, δε περνά απαρατήρητη. Θαρρείς πως θα μπορούσα να τη σκεφτώ, ή και θα μπορούσα να το έχω ήδη κάνει. Θα μπορούσα ίσως και να την ερωτευτώ. Και δεν είναι τόσο η εμφάνιση της, είναι που όλα θέλει να τα ελέγχει. Είναι αυτή της η επιρροή που εντελώς μυστηριακά καταφέρνει και ασκεί πάνω μου.
Έτσι όπως τα γράφω, νιώθω μια αηδία να με συνεπαίρνει και την ανάγκη να καθαρίσω τα σωθικά μου από τούτη την ιδέα που τα χει μπολιάσει. Να κάνω γαργάρα τούτη τη σκέψη που την έβαλε στο δρόμο μου, να την πνίξω με οινοπνευματώδη δηλητήρια. Δεν είμαι αδύναμος. Όχι, το αρνούμαι. Και όσο περνάει από το χέρι μου θα καταπνίξω τούτη την επιθυμία, τη σκέψη σου, εσένα. 
Σαν όλα εκείνα που μας έχουν ασκήσει μια κάποια επιρροή κάποτε ή και ποτέ. Σαν όλα τα αδιάφορα διαφορετικά πράγματα που μας έκαναν να τα σκεφτούμε έστω για λίγο. Σαν όλα εκείνα τα πάθη και τους πόθους που μας σιγοκαίνε τις νύχτες. Σαν όλα εκείνα τα οποία μας βασανίζουν και θα μας στερούν ώρες ύπνου, ώρες χαμένες που θα μπορούσαν να έχουν δαπανηθεί αλλιώς. Σαν όλα εκείνα τα ανείπωτα.
Φωτιά στους ανεκπλήρωτους έρωτες, φωτιά στα πρέπει και τους ιδανικούς εραστές. Σε όλα όσα μας έχει βάλει στο κεφάλι αυτή η κοινωνία, στα στερεότυπα, τα πρότυπα εκείνα τα γοητευτικά, τα μυστηριώδη, εκείνα που ποτέ δε θα μάθουμε να χειριζόμαστε γι αυτό θα προτιμήσουμε να πνίξουμε με μερικές σταγόνες αλκοόλ. Σε εκείνα που πάντοτε όμως θα θέλουμε να αγγίξουμε. Σε όλα εκείνα που θέλουμε να πούμε, αλλά δειλιάζουμε. Φωτιά σε όλα αυτά που μας καίνε τις νύχτες. Στα άκαυτα. Σε εκείνα που περιμένουν μισή σταγόνα αλκοόλ για να μας αποτεφρώσουν, σαν το μαινόμενο πάθος ενός ακόμα ονειροπόλου και ημίτρελου ερωτευμένου. Φωτιά σε όσα μας έκαψαν και για όσα θα καιγόμασταν. 
Σε εκείνα που πιότερο από όλα καθρεφτίζουν τους ημιτελείς μας εαυτούς, που οδήγησαν τις ζωές μας, που γαλούχησαν τις καθημερινότητές μας. Και ο φόβος. Για να μη ζήσουμε πιότερα από όσα μας αναλογούν ή λιγότερα από εκείνα που δικαιωματικά μας ανήκουν. Ένας αγώνας για επιβολή στην υπερβολή. Και μόνη αστάθμητη παράμετρος, οι εαυτοί μας. Πολύ αδύναμοι, πολύ συμβιβασμένοι. Πάντοτε κυνηγούσαν μασημένη τροφή και έρωτες συμβατικούς. Ξέρεις από εκείνους που γνωρίζεις από την αρχή πώς θα καταλήξουν. Ένα σπιτάκι, ένα σκυλάκι και όλα καλά. Και είναι κακό θαρρείς να ζεις με αυτό τον τρόπο;
Γύρισα όλη την πόλη απόψε, μα την απάντηση δε τη βρήκα παρά μόνο στα μάτια σου. Σε εκείνο το αγριεμένο μελί συννεφιασμένο σου βλέμμα. Σε εκείνα τα δύο ή και τρία λεπτά που κοίταξες μέσα μου. Για εκείνα τα λεπτά που σε άφησα να τονώσεις τον έκπτωτο ναρκισσισμό μου.  Εκείνα τα λεπτά, εκείνος ο εγωισμός που σε έβαλε στο μυαλό μου. Είναι άραγε τόσο άρρωστο το "εμείς" σε ρωτάω; Φωτιά στα ανεκπλήρωτα πάθη.


Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Σιωπές.


Ένιωθε τόσο μόνος εκείνο το μουντό φθινοπωρινό πρωινό. Ξαπλωμένος για ώρες κοίταζε έξω από το παράθυρο και σκεφτόταν. Ανούσιες σκέψεις που αφαιρούσαν κάθε νόημα από το να σηκωθεί από το κρεβάτι. Σκέψεις που του μαύριζαν τη μέρα. Ίσως για να ταιριάζει κάπως με τα χρώματα του ουρανού. Είχε πια μεσημεριάσει για τα καλά, μα ο ουρανός παρέμενε γκρίζος. Το στομάχι του πεινούσε κάπως, μα η αυτότροφη μιζέρια αυτού του πρωινού, δε τον άφηνε να το σκεφτεί. Είχε ήδη χορτάσει υποσχέσεις. Είχε ήδη χορτάσει από λόγια.  Όλες τους πάντα κάτι υπόσχονταν. Μια ιδανική σχέση, μια ονειρική αγάπη, ένα ανεξέλεγκτο πάθος. Όλες τους τον έκαναν να νιώθει μοναδικός-για λίγο. Κι ύστερα όλες τους έμεναν μετεξεταστέες στις πράξεις. 
Τι τα θες; Όλοι του το έλεγαν. Μην ακούς τις γυναίκες, απλά κοίταζε τες, αν θες να τις καταλάβεις. Κι ο Όσκαρ του το χε εμπιστευτεί πιο παλιά αυτό το μυστικό. Λες και ήταν μυστικό ζωής, του το χε ψιθυρίσει στ' αυτί συντροφιά με κάποιο πολύτιμο ουίσκι, το οποίο είχαν μοιραστεί ως επιστέγασμα αυτής της φιλίας. Αλλά εκείνος πεισματάρης και περίεργος, πάντοτε ήθελε να αφουγκραστεί την μυστηριακή τους σιωπή. Λες και ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο, αυτό που τάχα είχαν στο μυαλό τους. Λες και θα ανακάλυπτε την χαμένη Ατλαντίδα, μέσα σε αυτά τα αδιάφορα εντυπωσιακά κεφάλια με ξανθιές και καφετιές αχτίδες. Θαρρείς και δεν είχε υπάρξει πιο λάθος στη ζωή του, έχοντας μιαν τέτοια εγκαρτέρηση.
Θαρρείς και καμιά δεν είχε καταφέρει να σπάσει εκείνα τα ανούσια εμπόδια που τους έβαζε. Θαρρείς και καμιά τους δεν είχε προσπαθήσει αρκετά να τον καταλάβει. Ξέρεις, που καιρός να δαπανήσεις για να εξημερώσεις έναν άνθρωπο; Πού καιρός για να αγαπήσεις; Πού καιρός για να ελευθερώσεις κάποιον από τα δεσμά του; 
Ακόμα και η παρουσία της "Φάτα Μοργκάνα", της μικρής γάτας που είχε πρόσφατα υιοθετήσει, μόνο να τον εξοργίσει μπορούσε. Ήταν ένα πλάσμα το οποίο ήθελε αγάπη, το οποίο ήθελε φροντίδα. Και δυστυχώς δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει άλλο. "Φύγε επιτέλους ηλίθιο γατί. Σταμάτα να ζητάς. Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω.", είπε κι ύστερα ακούστηκε ένας ήχος στο πάτωμα από το μισοάδειο ποτήρι που είχε ρίξει από τα νεύρα. Ύστερα κοίταξε το μικρό τετράποδο όπως είχε μαζευτεί φοβισμένο σε μια γωνιά και το λυπήθηκε. Έμπηξε μια άναρθρη κραυγή για να δείξει την ανωτερότητά του κι ύστερα έτρεξε να το πάρει αγκαλιά. "Σε μισώ", αποκρίθηκε. "Είσαι σαν όλες τους. Μπορεί να είσαι γάτα, αλλά πίστεψε με δε διαφέρεις. Πάντοτε να ζητάνε κι ύστερα να παίρνουν αυτό το βλέμμα το βλέμμα που ζητάει αγάπη. Κι εγώ πάντα εκεί, να την δίνω. Καλός μαλάκας. Σταμάτα να με κοιτάς φοβισμένη. Φτάνει πια, αυτή η δικτατορία, εδώ μέσα."
Είχε πια κουραστεί. Όχι πως τάχα είχε γεράσει, πως είχε βαρεθεί, όμως το έβρισκε τόσο ανούσιο. Επενδύεις συναισθήματα, όνειρα... Επενδύεις και ένα κομμάτι από τον εαυτό σου. Κάθε φορά κι από λίγο. Κι ύστερα σαν αυτοτροφοδοτούμενος οργανισμός προσπαθείς πάλι να το αναπληρώσεις, όταν πια καταλάβεις τη ματαιότητα του να δίνεσαι, την ανοησία του να περιμένεις να πάρεις.
Τι ανοησία και αυτή! Να δίνεις και να αδειάζεις. Λες και οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να σου δώσουν. Να δίνεις, να γεμίζεις για λίγο κι ύστερα να αδειάζεις εντελώς. Και να μην έχεις να δώσεις άλλο. Κακό πράγμα η ανοχή, ο συμβιβασμός. Σε αδειάζει πριν το καταλάβεις. Να δίνεις και να ανέχεσαι. Κι ύστερα να ξυπνάς ένα πρωί άδειος, τόσο άδειος που δε μπορείς καν να πονέσεις πια. Ένα κουφάρι που ξέβρασε η θάλασσα σε κάποια ακτή, τόσο βασανισμένο που πια, δε τ αναγνωρίζει ανθρώπου μάτι. Ένα κουφάρι από κάποιο τάχα-κάποτε-υπερήφανο πλοίο.
Και το μόνο που ζητάει πια, να αφήσει κάπου όλο αυτό το κενό, να μοιραστεί έστω μια στιγμή, μια αληθινή στιγμή με κάποιον. Να πει μέσα σε μια σιωπή όλα εκείνα που το έκαναν να αδειάσει. Να μιλήσει τάχα για τα ταξίδια του, για τις μούσες και τις σειρήνες που το πλάνεψαν, για εκείνους τους βάρβαρους πειρατές που κάποτε του επιτέθηκαν. Για όλες εκείνες τις ένδοξες μάχες που έδωσε και κέρδισε, για όλες εκείνες τις μάχες που πια δε ξέρει αν θέλει να καυχηθεί, αν τάχα έχει νόημα. Να μη χρειαστεί να δώσει ή να πάρει. Απλά να νιώσει. Να νιώσει πως τάχα υπάρχει μέσα σε όλη αυτή του την ανυπαρξία, σε όλη αυτή την κενότητα. Να νιώσει πως τάχα κάποια μπορεί να καταλάβει τούτες τις σιωπές.
Κι ύστερα, πληγωμένο και πάλι να μαζέψει το μπαλωμένο του σκαρί και να φουντάρει την άγκυρα σε κάποιο τάχα απομακρυσμένο καρνάγιο. Για λίγο πάλι μέχρι να καταφέρει να επισκευάσει τις φθορές του, μέχρι να καταφέρει να μη νιώθει τόσο άδειο. Κι ύστερα φτου και από την αρχή, να ξεκινήσει τα ταξίδια, μέχρι να βρει ποιο είναι άραγε εκείνο το λιμάνι που θα μπορέσει να το χωρέσει, ποιο είναι εκείνο το λιμάνι που θα το αντέξει. Χωρίς απαιτήσεις, με μόνη εγκαρτέρηση εκείνες τις δήθεν αθώες και τάχα ένοχες σιωπές, τις μοιρασμένες.


Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

*Διαδρομές*


-Α! Να δες περνάει το 100. Πάντοτε ακούραστο, σχεδόν άδειο, πάντα. Κάνει την ίδια διαδρομή. Και δε σταματάει ποτέ. Πρέπει να είναι ότι πιο ανούσιο υπάρχει, αυτό το λεωφορείο, είπε και του ξέφυγε ένα ειρωνικό γέλιο.
-Μη το λες. Όλα τα λεωφορεία έχουν μια μαγεία. Ξέρεις, όλα έχουν ένα προορισμό. Κάπου πάνε, κάπου καταλήγουν. Ανούσιες και ουσιαστικές διαδρομές, που αυτοπροσδιορίζονται, είτε από τον προορισμό, είτε από το ταξίδι, είτε και από τα δύο, ποιος ξέρει; Είναι όπως οι ανθρώπινες ζωές, ας πούμε. Ποτέ δε μπορείς να παρεκκλίνεις από τη διαδρομή, αλλά πάντοτε μπορείς να γνωρίσεις εμπειρίες, από τους ανθρώπους που μπαίνουν σε αυτήν.
-Α! Μπα μη το λες. Όλοι μπορούν να κάνουν την αλλαγή, να παρεκκλίνουν, όλοι μπορούν να γίνουν αυτό που θέλουν, ξέρεις.
-Δε διαφωνώ. Αλλά, ξέρεις είναι περίεργα τα πράγματα. Δεν είμαστε και η πιο ευνοημένη γενιά. Ξέρεις πως πάει. Μην αρχίσω τα δράματα. Η κατάσταση είναι λίγο πολύ γνωστή. Ίσως είναι πολυτέλεια το να ονειρεύεσαι στις μέρες μας. Δεν ξέρω... 
-Ναι, απλά ξέρεις τι μου τη σπάει; Όλοι αυτοί οι βλάκες. Όλοι τους πάνε κάπου και αν τους ρωτήσεις που θέλουν να πάνε δε ξέρουν. Να πχ αν σταματήσω ένα από αυτά τα αμάξια... Κανείς δε ξέρει που θέλει να πάει. Κανείς δε ξέρει αν πάει εκεί που θέλει. Και μεταξύ μας, ούτε εγώ είμαι σίγουρος. Τελειώνουμε... Είμαστε ξέρω 'γω ένα βήμα πριν κάνουμε το οτιδήποτε, πριν την αρχή του οτιδήποτε και δεν ξέρουμε καν τι είναι αυτό.
-Τι σκέφτεσαι;
-Δε ξέρω. Ίσως τελικά μείνω. Δεν έχω καταλήξει. Μια μέρα θα ήθελα να κάνω ταξίδια και να δίνω στον κόσμο λίγη από τη μαγεία που παίρνω μέσα από τις φωτογραφίες. Να κάνω μια δική μου έκθεση, να κάνω τους ανθρώπους να βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μου. Να δω εγώ τον κόσμο, να τον γυρίσω.
-Εγώ, όταν ήμουν μικρή ήθελα να γράφω. Ξέρεις, σε κάποια φάση ήθελα να γίνω σκηνογράφος, σκηνοθέτης... το είχα πιστέψει τόσο που το είχα βάλει και στο μηχανογραφικό.
-Εντάξει, δεν έχει λεφτά ο χώρος...
-Ναι, το ξέρω γι αυτό το άφησα για hobby, Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Είναι αυτό που είπες πριν. Όταν κάνεις κάτι που θες, τουλάχιστον το θες. Και ξέρεις κάτι; Όταν θες κάτι, όταν το έχεις φανταστεί πάντα μπορείς να πετύχεις.
-Ναι, απλά ξέρεις....
-Είναι αυτό που σου έλεγα πριν. First world problems. Δε ξέρω, ίσως να χε δίκιο ο Ουγκώ που έλεγε ότι "Ελεύθερος είσαι μόνο όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις". Αν αποτύχεις χάνεις τα πάντα, αν όχι κατακτάς τον κόσμο. Αλλά είναι τόσο δύσκολο όταν έχεις τα πάντα να ρισκάρεις να τα χάσεις-έστω για λίγο- για να ακολουθήσεις μια ίσως παρόρμηση. Δε ξέρεις ποτέ τι θες μέχρι να τα χάσεις όλα. Και πάλι δηλαδή, ίσως να μη ξέρεις τι θες, απλά ίσως έχεις την πολυτέλεια να το αναζητήσεις χωρίς το φόβο της αποτυχίας.
-Δε ξέρω. Ίσως δε χρειάζεται να είμαστε τόσο δραματικοί. Τα πράγματα μπορεί να είναι και πιο απλά. Ίσως πρέπει απλά να αφεθούμε σε αυτό που ξέρουμε να κάνουμε, σε αυτό που μας κάνει χαρούμενους και να αφήσουμε όλα τα άλλα. Δεν υπάρχει σιγουριά. Δεν υπάρχει σιγουριά που να συγκρίνεται με την ικανοποίηση που παίρνεις όταν κάνεις κάτι που σε γεμίζει. Όλοι μας ξέρουμε που ανήκουμε - τον προορισμό - αρκεί να αφεθούμε.

Και όταν πια διαλέξουμε προορισμό ξεκινάει η ακούραστη διαδρομή, ξεκινά το ταξίδι. Κάποιοι μένουν μαζί μας, κάποιοι φεύγουν. Κάποιοι κουράζονται και κατεβαίνουν, δεν αντέχουν τα εμπόδια. Κάποιους δε τους αντέχουμε εμείς και τους ζητάμε να αποβιβαστούν. Κάποιοι μένουν. Το σημαντικότερο είναι να μη χανόμαστε εμείς οι ίδιοι μέσα στο πλήθος. Και να μην τρέχουμε ποτέ πίσω από λεωφορεία. Γιατί στη ζωή όπως και στις σχέσεις πάντα θα υπάρξει το επόμενο, το οποίο ίσως να έχει περισσότερο χώρο για μας. Και όσο για το που θα βγει, ακόμα κι αν είσαι το 100, πάντοτε υπάρχει έστω ένας άνθρωπος εκεί έξω, ο οποίος περιμένει εσένα, όσο εσύ συνεχίζεις αδιάκοπα να βαδίζεις προς τον προορισμό σου.



Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Don't grow up. It's a trap.

Η ώρα είναι περασμένες πέντε το πρωί. Το ουίσκι έχει σχεδόν αδειάσει. Μόνη συντροφιά τούτες οι τελευταίες του σταγόνες μαζί με ένα ματαιόδοξο τσιγάρο που γυρεύει να γευτεί αδηφάγα λίγη από την υγρασία των χειλιών μου. Κάπου στο πάτωμα βρίσκεται ο Όργουελ. Καημένο γατί. Γιατί να θες να είσαι μέσα στο σπίτι; Γιατί δε φεύγεις; Γιατί δεν εκτιμάς την ελευθερία σου; Του φωνάζω όλη μέρα, λες και καταλαβαίνει. Λες και θα μου απαντήσει. Ανούσιες συζητήσεις χωρίς απόκριση. Ανούσια ξενύχτια δίχως λόγο, δίχως αιτία, δίχως μιαν τάχα αφορμή. Λες και εγώ έχω απαντήσει θαρρείς και τάχα τα ερωτήματα που σου θέτω. Αχ ρε Όργουελ.
Ανασκόπηση είκοσι τριών ετών. Με λες εικοσιτέσσερα, αλλά εικοσιτρία δηλώνω ακόμα. Θαρρείς και με μαστιγώνει κάπως ο χρόνος. Όχι πως τάχα φοβάμαι τα γηρατειά. Αλλά την κοινωνική δομή. Μπράβο καλό παιδί. Τελείωσες τις σπουδές, βρες μια καλή δουλειά, να κάνεις και μια σωστή οικογένεια. Και αν κάτι από όλα αυτά παρεκκλίνει λίγο χρονικά αυτομάτως είσαι αποτυχημένος για τα καταστοιχά τους. Μαύρο πρόβατο. Θαρρείς και έχει καμιά σημασία. Θαρρείς και τους πέφτει λόγος.
Ανούσιοι άνθρωποι σε βουβές οθόνες. Σχολιάζουν τις ζωές μας πίσω από ένα διάφανο γυαλί. Λες και αυτό θα αλλάξει κάτι. Λες και αυτό θα μας κάνει πιο ανθρώπους, λες και θα τους κάνει πιο ανθρώπους. Ή πως τάχα θα δώσει απαντήσεις στα ερωτηματικά που θέτουμε στον εαυτό μας τα βράδια. Άτιμο πράγμα τα βράδια. Σκάνε οι εφιάλτες και οι αναμνήσεις και κεντάνε με μανία ανούσια, με μαεστρία εκπληκτική εικόνες που δε θες, εικόνες απροσδιόριστες, για πράγματα τα οποία είτε φαντάστηκες, είτε ονειρεύτηκες. Και τότε κάνεις τον απολογισμό. Όσα συνέβησαν, εκείνα που πια κανένα νόημα δεν έχουν, έχουν πλέον ξεχαστεί, τα συναισθήματα που ένιωσες ή όχι και πολύ περισσότερο όλα εκείνα που φαντάστηκες και δε συνέβησαν.
Ότι δε συνέβη, είναι ότι δε ποθήσαμε αρκετά.
Ή ότι δε προσπαθήσαμε αρκετά προδομένοι από τους μεγαλύτερους φόβους μας. Λες και άμα συνέβαινε θα άλλαζε κάτι. Θαρρείς και το μέλλον του το έχουμε ήδη προδικάσει μέσα σε μια κενή ανουσιότητα. Θα κατέληγε θαρρείς και αυτό μαζί με όλα εκείνα που το μυαλό βαριέται να θυμηθεί. Θα διαβρωνόταν μέσα στα σάπια δόντια του ανούσιου χρόνου κι αυτό. Σαν τις κασέτες και τα πικ απ, σαν τα βινύλια και τις δισκέτες. Σαν τάχα κάποιο ξεχασμένο άσμα από Διάφανα Κρίνα που βάζεις στο μικρό σου ανιψάκι να ακούσει και κοροϊδεύει. Όχι, όχι. Οι μεγάλοι έρωτες και τα μεγάλα όνειρα δεν αξίζουν μια τέτοια κατάληξη. Μόνη σανίδα σωτηρίας η ελπίδα. Τούτη και μόνο έχει τη δύναμη να κρατήσει στη ζωή μια σκέψη. Η πίστη στο όνειρο είναι αυτή που του δίνει ζωή. Η ελπίδα. Η πίστη. Όχι η πραγματικότητα. 
Τούτη η τελευταία ειδικά το διαβρώνει. Διαβρώνει και εμάς. Μας κάνει άλλοτε υποχωρητικούς και άλλοτε μας αφήνει πεισματάρηδες να κυνηγάμε παρορμήσεις. Ανώριμα παιδιά ενός άλλου Θεού που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με μέτριες καταστάσεις, που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με μέτριους έρωτες και πάντα γυρεύουν να παραμυθιάσουν το μυαλό τους πως τάχα υπάρχει το ιδανικό. Λες και όταν το βρουν το ζουν. Ανώριμα παιδιά που ακόμα και στην όψη του τέλειου φοβούνται και κάνουν πίσω. Ότι δε συνέβη ποτέ είναι ότι δεν διεκδικήσαμε αρκετά, γιατί πιστέψαμε πως η ζωή ξέρει. Ή γιατί προδοθήκαμε από κάποια σκάρτη ονειροπόληση του παρελθόντος. Ωριμάζουν τελικά οι άνθρωποι; Ή τάχα γίνονται πιο δειλοί;


Έτσι κι αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουν αυτά. 
Η ζωή ξέρει κι εγώ την εμπιστεύομαι.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

How to train your crush.

Είμαστε υπεύθυνοι για αυτά που λέμε,

                   όχι γι αυτά που καταλαβαίνουν οι άλλοι.
Οι άνθρωποι παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως λυπημένους ή προδομένους από την ανάγκη τους να εκδικηθούν εκείνους που τους απορρίπτουν. Η  λύπη είναι το πιο εγωιστικό συναίσθημα. Είναι μια αυτοάμυνα που αναπτύσσει ο οργανισμός από τότε που είναι παιδί και αρνείται να αποβάλει ως τα βαθιά του γεράματα, εκτός αν ο άνθρωπος είναι σε θέση να ανακαλύψει δεξιότητες, όπως η ωριμότητα και η αξιοπρέπεια.
Ωστόσο, δε θα έπρεπε να νιώθουμε καν τύψεις για εκείνους που πληγώνονται. Είμαστε υπεύθυνοι μόνο για τους εαυτούς μας. Επομένως, το να προσπαθήσουμε να αποστερήσουμε  την ευτυχία από εμάς δεν καθιστά περισσότερο χαρούμενους εκείνους που φαινομενικά πληγώνονται από τη συμπεριφορά μας. Και αν τους καθιστά, τότε αυτοί είναι εγωιστικά αποβράσματα και όχι εμείς που απλά κάνουμε κάποιες επιλογές που τυγχάνει να μην είναι αυτοί. Αν μη τι άλλο ο έρωτας για να υπάρξει πρέπει να είναι αμοιβαίος.
Επομένως, όχι δεν είμαστε εμείς οι εγωιστές που επιλέγουμε να ζήσουμε τον έρωτα στο πρόσωπο κάποιου άλλου, αλλά εκείνοι που με επίκληση στο συναίσθημα, με φωνές-με βία πολλές φορές- προσπαθούν να μας αλλάξουν τη γνώμη. Προσπαθούν να μας φυτέψουν βαθιά μέσα στη δυστυχία που βρίσκονται απλά και μόνο γιατί δεν αντέχουν την απόρριψη. Προσπαθούν να επιβάλλουν μια συναισθηματική μέθεξη στην οποία έχουν βρεθεί, έτσι ώστε να μας αποστερήσουν τη δημιουργία μιας άλλης.
Ωστόσο, μήπως αυτό δεν είναι ο έρωτας; Η προσπάθειά μας να επιβληθούμε σε κάποιον; Η προσπάθεια να τον ημερώσουμε; Υποθέτω πως ναι. Ωστόσο, κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να εξημερώσει τίποτα με φωνές και αγριάδες. Για να ημερώσεις κάτι πρέπει να έχεις υπομονή και επιμονή. Κάθε άλλη προσπάθεια μόνο να το διώξει μπορεί και να επιβεβαιώσει το πόσο εγωιστής είσαι. Και καλύτερα να μην είσαι ερωτευμένος. Καλύτερα να μη προσπαθείς εγωιστικά να κρατήσεις κάποιον δίπλα σου, παρά να τον αναγκάζεις να σε ανέχεται, να τον κακομεταχειρίζεσαι και να πιέζεις καταστάσεις. Καλύτερα να λύνεις τα προβλήματα σου πολιτισμένα και όχι σαν πίθηκας. Και πολύ περισσότερο, καλύτερα να μπαίνεις στη θέση του άλλου πριν βιαστείς να τον κρίνεις και να μη σκέφτεσαι μόνο τι θες εσύ. Αλλά έτσι είμαστε οι άνθρωποι, εγωιστικές καρικατούρες χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας, κάποιοι. Κατηγορούμε για να νιώσουμε καλύτερα και όταν πια τα επιχειρήματα τελειώσουν σηκώνουμε το χέρι. Μέχρι εκεί φτάνει η αξιοπρέπειά μας, μέχρι εκεί που φτάνει η αγανάκτηση. Μέχρι εκεί κι εμείς. Μέχρι εκεί θα φτάναμε για να φέρουμε κάτι πίσω. Και η εξημέρωση; Ποιος έχει χρόνο να εξημερώσει κάτι όταν μπορεί να το έχει με το ζόρι ή να το αγοράσει;
Καληνύχτα, φιλαράκο.
Ελπίζω κάποτε να καταλάβεις.



Με τι καρδιά με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος
κι αλλάξαμε ζωή.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Rinascimento.

It was the first night  after a long time she slept happy. She had her little pink fluffy bunny in her hug and she was smiling like a kid. She was definetely feeling like she was sixteen. She had purified herself by punishing her enough. But she wasn't emotionally unaware amymore. The belief that she could be hurt, was making her even happier. She could give everything up for a passion. She could change the world for it. She was sure. Because, she knew. 
She was in love? Maybe yes, maybe no. The only truth that could be spoken is that she could love. Yes she could definetely fall in love. She could imagine it, she could dream it, she could feel it... in the glances, the smiles, in all this magical power she had inside her. She was ready to take this step. She was ready to make this new change, to take this chance. Because, she knew. She could feel it clearly. If your dreams don't scare you, they aren't big enough. And whose life worth living without dreaming big? And whose life worth living without love? Without passion? Whose life worth living in a comfort zone? Life's rule if she has one is to dream big, to make dreams with love. To have the power to destroy fictional castles, to live real fairy tales.


I was trying? Maybe yes, Maybe no. She would never find out. I would never find out. The only thing that matters is that she had achieved to feel. She achieved to feel something. Even if she had no idea what that fucking something was. It was definetely a turnaround in her flat and boring emotional plot. A turnaround great enough to bring her the most amazing dream in her sleep last night.
And this is my achievement too. I brought her a hope, I brough her a smile in her lips. And it's the first time I did something for her, it's the first time I did something for me. It's the first time that I achieve to heal somebody's wounds.
It might be selfish, but who says love is not? We heal other creatures, we tame them, just for our deeply need to feel the power. Oh! Come on. Who needs power when he can see her smile? Yes, this is power. Her smile. It is the most selfish thing in the world. Because it can change it. Yes, her smile, only this can change the world. And it doesn't really matter if we do it together or if we are in different places. Now I know. We can all change the world with a smile. We can change the world with love. And this is what I call freedom buddy. Setting her free is setting me free. Because freedom is not about power. Freedom is about love.