Η ώρα είναι περασμένες έξι το πρωί. Μα εγώ δε μπορώ να κοιμηθώ. Θαρρείς και δε βρίσκω το λόγο. Θαρρείς πως τάχα χρησιμοποιώ εκείνη τη μικρούλα αφορμή πως δήθεν έχω μάθημα το πρωί για να 'χω εύκαιρη την πρόφαση να πω πως δε νυστάζω. Κι άλλωστε, θα μου πεις αν δεν είναι αυτό, τότε τι είναι; Κι έπειτα γιατί κάθισα μέχρι τούτη την ώρα; Διάβαζα, θα πεις. Έβλεπα τηλεόραση, θα προσπαθήσεις να συμπληρώσεις. Μα τίποτα, όσο ευφάνταστο και να είναι δε θα σε αντιπροσωπεύει. Τίποτα ή και όλα. Όλα ή και τίποτα. Σα κουρελιάρα πόρνη η σκέψη ξεδιπλώνεται γυμνή και σε κοιτάζει σαρκαστικά. "Μπράβο σου, δικέ μου", θα πει χλευάζοντας σε, καθώς θα αναμασήσει την ήδη χιλιομασημένη τσίχλα της. Τούτη η εικόνα θαρρείς είναι σαγηνευτικά αποκρουστική που αρκεί για να σε βασανίσει. Και ξέρεις δεν είναι που τάχα δε ξέρω από που να αρχίσω. Είναι που ξέρω που καταλήγω. Και τούτο με τρομάζει. Ίσως επειδή είναι η πρώτη φορά που καταλήγω κάπου, ίσως επειδή έχω ταυτίσει την κατάληξη... να ξέρεις, με κά...