Η ώρα είναι περασμένες πέντε το πρωί. Το ουίσκι έχει σχεδόν αδειάσει. Μόνη συντροφιά τούτες οι τελευταίες του σταγόνες μαζί με ένα ματαιόδοξο τσιγάρο που γυρεύει να γευτεί αδηφάγα λίγη από την υγρασία των χειλιών μου. Κάπου στο πάτωμα βρίσκεται ο Όργουελ. Καημένο γατί. Γιατί να θες να είσαι μέσα στο σπίτι; Γιατί δε φεύγεις; Γιατί δεν εκτιμάς την ελευθερία σου; Του φωνάζω όλη μέρα, λες και καταλαβαίνει. Λες και θα μου απαντήσει. Ανούσιες συζητήσεις χωρίς απόκριση. Ανούσια ξενύχτια δίχως λόγο, δίχως αιτία, δίχως μιαν τάχα αφορμή. Λες και εγώ έχω απαντήσει θαρρείς και τάχα τα ερωτήματα που σου θέτω. Αχ ρε Όργουελ. Ανασκόπηση είκοσι τριών ετών. Με λες εικοσιτέσσερα, αλλά εικοσιτρία δηλώνω ακόμα. Θαρρείς και με μαστιγώνει κάπως ο χρόνος. Όχι πως τάχα φοβάμαι τα γηρατειά. Αλλά την κοινωνική δομή. Μπράβο καλό παιδί. Τελείωσες τις σπουδές, βρες μια καλή δουλειά, να κάνεις και μια σωστή οικογένεια. Και αν κάτι από όλα αυτά παρεκκλίνει λίγο χρονικά αυτομάτως είσαι αποτυχημένος για τα καταστο...