Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Η υποταγή του ναρκισσισμού.

Και εκεί που έχεις κοπεί σε μάθημα που διάβαζες μία ολόκληρη εβδομάδα, σε μάθημα που ξέρεις ακόμα και τις τελείες στο βιβλίο και θες να μπήξεις τα κλάματα γι’ αυτό, κάτι ο εγωισμός σου απέναντι στην υπερφίαλη και αλαζονική καθηγήτρια, κάτι το γεγονός ότι πολύ-αξία-της-έδωσες-κι-αυτής, προσπαθείς να στρέψεις το ενδιαφέρον σου αλλού. Ταξίδια που σκάρωνε το μυαλό από καιρό, με μια φαντασία λάγνα, έρχονται στη θύμηση για να το πλανέψουν, να το ξαλαφρώσουν για λίγο. Εικόνες, στιγμές. Και κάπου μέσα σε όλο τούτο το συρφετό από παραισθήσεις και εκείνος.  Εκείνος ο κάποιος που να μπορεί να σου προσφέρει λίγη ουσιαστική αμφισβήτηση τώρα που άρχισες να σιχαίνεσαι την ανούσια σιγουριά σου. Εκείνος ο  ανεκμυστήρευτος πόθος. Ο πόθος που παλεύεις να δημιουργήσεις για να νιώθεις την ύπαρξη κάποιου στο χώρο, για να νιώσεις πάνω από όλα αισθητή τη δική σου ύπαρξη. Ανασφάλεια; Αναμφίβολα. Και ο εαυτός σου; Ειδικά αυτός. Χαμένος σε σκέψεις και ονειροπωλήσεις, για ακόμα μία φορά σε προδίδει δ...

40 χρόνια έφηβοι.

Δεδομένων των πολιτικών εξελίξεων στην χώρα τις τελευταίες μέρες, περίμενα ακόμα και εγώ η ίδια από τον εαυτό μου να σχολιάσει κάτι. Να μου έρθει να γράψω ένα κατεβατό στο οποίο να εκφράσω τις απόψεις μου. Είτε για τα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται, είτε για κοινωνιολογικές παρατηρήσεις που έκανα, για κάτι τελοσπάντων. Δε ξέρω γιατί δε το έκανα. Θαρρείς και με τσάντισε τόσο η νέα γενιά και ο αφιονισμός της που έψαχνα που θα μεταναστεύσω. Θαρρείς η εσωτερική κρίση που έφερε εθνικό διχασμό με έκανε να νιώσω αποθαρρυμένη για το μέλλον της χώρας, του ανθρώπινου είδους. Θαρρείς η συνειδητή μου αδιαφορία για κάποια από τα πολιτικά παιχνίδια και τεκταινόμενα στη χώρα. Θαρρείς πως δεν είναι αδιαφορία, θαρρείς πως είναι τάχα απογοήτευση. Κάτι από όλα ή και όλα μαζί. Δε ξέρω. Το μόνο που μπορεί να υποστηρίξει κανείς δίχως άλλο είναι πως σε ένα λαό ο οποίος με το ζόρι καταφέρνει να έχει μια αξιοπρεπή διαβίωση, είναι λίγο τραγική ειρωνεία να κάνει κανείς λόγο για πνευματικό επίπεδο και μόρφω...

Ερωτευμένος με τη χυδαιότητα.

Και ενώ έχεις μια τεράστια συναισθηματική σύγχυση την οποία αποφασίζεις να παραμερίσεις και να βγεις σκάει ελεγκτής στο μετρό. Μαζί με μπάτσο. Και να μη ξέρεις αν το χειρότερο είναι τόσο αυτό όσο το γεγονός ότι μισείς την εκκωφαντικά άδεια σου ύπαρξη. Αλήθεια, δε ξέρω αν το 'χεις νιώσει ποτέ. Να σου δίνουν επιταγές χωρίς αντίκρυσμα. Πόσο ηλίθιος είσαι δικέ μου;  Λες και ο μπάτσος μπορεί να σε κάνει να νιώσεις χειρότερα. Τη δουλειά του κάνει. Και ο ελεγκτής. Και οι δύο θα παραμείνουν στη θέση τους χωρίς ενδεχόμενα ανέλιξης, ενώ εσύ αγωνίζεσαι για λίγη στείρα μόρφωση σε ένα σάπιο σύστημα που παραπαίει. Θα στερηθείς το φαΐ δύο μέρες. Ποιος χέστηκε; Αφού έτσι είναι το κοινωνικό κράτος πρόνοιας θα το δεχτούμε. Θα κατεβάσουμε το κεφάλι για ακόμα μία φορά. Και δεν είναι τόσο ο μπάτσος, μήτε ο ελεγκτής. Λες και μου έφταιξαν σε τίποτα. Λες και όλες μου οι ανησυχίες γυρίζουν γύρω από αυτούς. Θα ήθελαν. Πολύ θα το ήθελαν τα ανθρωποειδή. Βασανισμένο το μυαλό κι ακόμα ένα βράδυ, κάπου ανά...

Κάτι να γυαλίζει...

Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό. είπε ο μικρός πρίγκιπας για να μη το ξεχάσει. Και δε το έκανε. Γύρισε πίσω στο τριαντάφυλλό του. Ήταν μικρός; Ήταν πρίγκιπας; Ήταν παραμύθι; Απείκασμα μιας τάχα κάποιας ζωηρής φαντασίας; Ποιος ξέρει; Ποτέ δε θα τον βρούμε να μας λύσει τις απορίες. Τι γίνεται με όλους εμάς τους κοινούς θνητούς, όμως; Έχουμε τάχα τριαντάφυλλα; Ξέρουμε τι πραγματικά έχει αξία; Ξέρουμε για ποια πράγματα πρέπει να θυσιάσουμε κάτι και για ποια όχι; Και κυρίως ποιοι είναι σημαντικοί και ποιοι όχι; Όσον αφορά τις φιλίες μου ξέρεις, πάντοτε ήταν μακροχρόνιες. Βαριόμουν να αλλάζω φίλους. Και όχι μόνο επειδή οι παλιοί ήμουν σίγουρη ότι άξιζαν, αλλά επειδή θεωρούσα κουραστικό το να κάτσω να ασχοληθώ να μάθω καινούριους. Ωστόσο, πέρασαν πολλά άτομα από τη ζωή μου. Και δε σου κρύβω πως κάπου μέσα μου θρηνώ το χρόνο που δαπάνησα να τα μάθω. Και πληγώθηκα. Γέμισα τετράδια και σχολικές τσάντες με ονόματα και best friends forever και...

The immaturity of being mature.

Η ώρα είναι περασμένες έξι το πρωί. Μα εγώ δε μπορώ να κοιμηθώ. Θαρρείς και δε βρίσκω το λόγο. Θαρρείς πως τάχα χρησιμοποιώ εκείνη τη μικρούλα αφορμή πως δήθεν έχω μάθημα το πρωί για να 'χω εύκαιρη την πρόφαση να πω πως δε νυστάζω. Κι άλλωστε, θα μου πεις αν δεν είναι αυτό, τότε τι είναι; Κι έπειτα γιατί κάθισα μέχρι τούτη την ώρα; Διάβαζα, θα πεις. Έβλεπα τηλεόραση, θα προσπαθήσεις να συμπληρώσεις. Μα τίποτα, όσο ευφάνταστο και να είναι δε θα σε αντιπροσωπεύει. Τίποτα ή και όλα. Όλα ή και τίποτα. Σα κουρελιάρα πόρνη  η σκέψη ξεδιπλώνεται γυμνή και σε κοιτάζει σαρκαστικά. "Μπράβο σου, δικέ μου", θα πει χλευάζοντας σε, καθώς θα αναμασήσει την ήδη χιλιομασημένη τσίχλα της. Τούτη η εικόνα θαρρείς είναι σαγηνευτικά αποκρουστική που αρκεί για να σε βασανίσει. Και ξέρεις δεν είναι που τάχα δε ξέρω από που να αρχίσω. Είναι που ξέρω που καταλήγω. Και τούτο με τρομάζει. Ίσως επειδή είναι η πρώτη φορά που καταλήγω κάπου, ίσως επειδή έχω ταυτίσει την κατάληξη... να ξέρεις, με κά...

The biggest fear of the big bad wolf.

Δεν είναι τάχα εκείνες οι μικρές σου ιστορίες και οι μεγάλες σου ερωμένες που σε έκαναν να τις ερωτεύεσαι. Είσαι εσύ. Εσύ που ολοένα θες να τους μοιάσεις, έτσι αγέρωχες καθώς δείχνουν μέσα στα σημεία των καιρών. Δεν είναι εκείνη. Μήτε το βλέμμα της. Μήτε η άλλη. Άδοξες και δοξασμένες ιστορίες να έχεις να διηγείσαι όταν χτυπάνε οι ανασφάλειες. Η μία δε σου έκανε γιατί. Την άλλη την αγάπησες γιατί. Σε πρόδωσε γιατί. Έφυγες γιατί. Έφυγε γιατί. Έφυγε. Έφυγες. Γιατί; Ήταν γραφτό. Θα πεις.  Οφθαλμαπάτες του μυαλού. Φρούδες ελπίδες και σκάρτες σκέψεις. Ανούσιες, εικόνες, κενές από συναίσθημα. Και όλα να γίνονται απλά για να καλύψεις ένα υπαρξιακό κενό. Όσο περισσότερα πράγματα μαθαίνει ο άνθρωπος, τόσο μεγαλώνει η ανασφάλεια για το μίζερο υπαρξιακό εγώ του, έλεγε αδιάφορα σχεδόν ο παππούς κάποιο βράδυ πλάι στη σόμπα παίζοντας με τις χάντρες από το κομπολόι του. "Αρχίδια"¨, σκεφτόσουν. Εγώ θέλω να μάθω τα πάντα. Θέλω να ξέρω πως σκατά δουλεύει αυτός ο κόσμος. Να μάθω, να διαβάσω,...

Και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι...

Πόση αδιαφορία μπορεί άραγε να χωρέσει μέσα σε μια κενή τυπική φράση-και πόσο συναίσθημα; Πόσο κενή μπορεί να είναι μία πρόταση ή μια απάντηση; Και κυρίως πόση τάχα αδιαφορία μπορεί να χωρέσει η ψυχή του ανθρώπου; Άβυσσος είναι, ότι θέλει κάνει, θα σπεύσεις να μου απαντήσεις. Πες το ψέματα. Δε το θέλω, μα πρέπει να συμφωνήσω. Θαρρείς πως κάποτε τούτο με πλήγωνε, θαρρείς πως με πληγώνει ακόμα. Μα καθώς φέρνω στο νου το πόση αδιαφορία έχω νιώσει εγώ, θαρρείς πάλι πως φτάνουν δυο ζωές για να μου την ξεπληρώσουν. Μα και πάλι, όσο και να προσπαθώ να μου χρυσώσω το χάπι, τούτο δε λέει να κατέβει. Στέκεται εκεί στον οισοφάγο και μου καταπίνει το οξυγόνο. Άλλοτε πάει προς τα κάτω, έτοιμο να χωνευτεί μαζί με άλλα τόσα ανούσια και ουσιαστικά, κι άλλοτε στέκεται εκεί έτοιμο να με πνίξει. Κι αυτό και όλα εκείνα τα ανείπωτα λόγια που χε πει ο Τάσος, τα λόγια που δεν είπα εγώ και που δε θέλησα να ακούσω. Και δε ξέρω τι με θλίβει πιότερο από όλα. Το ότι μπορεί να αδίκησα, το ότι μπορεί να αδικήσω.....